ελίκη

ελίκη
I
Όνομα μυθολογικών προσώπων.
1. Νύμφη του όρους Ίδη της Κρήτης, που μαζί με τη νύμφη Κυνόσουρα ανέθρεψαν τον Δία. Αργότερα μεταμορφώθηκαν σε αστερισμούς από τον θεό (Μικρή και Μεγάλη Άρκτος), για να γλιτώσουν από τις ερωτικές διαθέσεις του Κρόνου. Άλλη παράδοση της Αρκαδίας αναφέρει πως ο Δίας αγάπησε την κόρη του Λυκάονα, Ε., αλλά η ζηλότυπη Ήρα τη μεταμόρφωσε σε αρκούδα. Τότε ο Δίας την ανέβασε στον ουρανό και τη μεταμόρφωσε στον αστερισμό της Μεγάλης Άρκτου.
2. Κόρη του Σελινούντα και σύζυγος του Ίωνα, από την οποία πήρε την ονομασία της η ομώνυμη πόλη της Αχαΐας.
II
Αρχαία πόλη της Αχαΐας, που βρισκόταν Α του Αιγίου, κοντά στην ακτή του Κορινθιακού. Σύμφωνα με τη μυθολογία, η Ε. πήρε την ονομασία της από την κόρη του Σελινούντα και σύζυγο του βασιλιά της πόλης, Ίωνα. Υπήρξε κέντρο λατρείας του Ελικωνίου Ποσειδώνα. Όταν κατελήφθη από τους Αχαιούς έγινε πρωτεύουσα της Αχαϊκής Συμπολιτείας. Το 373 π.Χ. η πόλη καταστράφηκε εξαιτίας ισχυρού σεισμού.
III
Πεδινός οικισμός (υψόμ. 30 μ., 509 κάτ.) στην πρώην επαρχία Αιγιαλείας του νομού Αχαΐας. Βρίσκεται ΝΑ του Αιγίου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Διακοπτού.
* * *
ἑλίκη, η (Α)
1. ο αστερισμός τής μεγάλης άρκτου
2. το ελικοειδές τμήμα τού κοχλία
3. το ελικοειδές τμήμα τών εντέρων
4. η ιτιά.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ἑλίκη — fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλίκη — winding fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑλίκῃ — Ἑλίκη fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλίκῃ — ἑλίκη winding fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ελίκη — η χωριό του νομού Αχαΐας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἑλικῇ — ἑλικός eddying fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑλικέων — Ἑλίκη fem gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλικέων — ἑλίκη winding fem gen pl (epic ionic) ἑλικός eddying masc/fem gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑλικῶν — Ἑλίκη fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλικῶν — ἑλίκη winding fem gen pl ἑλικός eddying fem gen pl ἑλικός eddying masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”